έγκατα


έγκατα
[энгата] ουσ. о. κληθ. недра.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "έγκατα" в других словарях:

  • ἔγκατα — inwards neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έγκατα — τα (AM ἔγκατα) τα πιο βαθιά μέρη («τα έγκατα τής γης») αρχ. τα εντόσθια, τα έντερα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχτηκε ότι προήλθε από επίθ. *έγκατος «εσωτερικός» κι αυτό από την πρόθεση εν (πρβλ. έσχατος* από εξ), οπότε η ομηρική δοτ.… …   Dictionary of Greek

  • έγκατα — τα τα βάθη, τα κατάβαθα μέρη πράγματος: Τα έγκατα της Γης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔγκατ' — ἔγκατα , ἔγκατα inwards neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκαταλείψαμεν — ἐγκατᾱλείψαμεν , ἐν , κατά ἀλείφω anoint the skin with oil aor ind act 1st pl (doric aeolic) ἐν , κατά ἀλείφω anoint the skin with oil aor ind act 1st pl (homeric ionic) ἐν καταλείβω pour down aor ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάτοις — ἔγκατα inwards neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάτοισι — ἔγκατα inwards neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκάτων — ἔγκατα inwards neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκασι — ἔγκατα inwards neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγκασιν — ἔγκατα inwards neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)